Εδώ θα βρείτε στοιχεία της λαλιάς του τόπου μας αλλά και της ευρύτερης περιοχής.

Δύσκολη δουλειά , πολύ δύσκολη.

Άλλο πράγμα είναι,  να ξέρω τι σημαίνει η λέξη και άλλο να το αποτυπώσω γραπτώς.

Άντε να δώσεις ερμηνεία εύκολα πχ. στις λέξεις ματσιάστκα, θειαμένομαι, ζαγκανιέμαι , αντράλα.

Η αλήθεια είναι ότι  δανειστήκαμε (γιατί να το κρύψωμεν  άλλωστε) , ερμηνείες και πολλές φορές και ολόκληρες λέξεις μαζί με την ετυμολογία τους,  από άλλα  site  γειτονικών χωριών και περισσότερο από τους tzedes στα Γιάννενα, οι οποίοι έχουν δώσει ερμηνείες  με ιδιαίτερο χιούμορ.  Με χιούμορ δώσαμε και εμείς ερμηνεία σε πολλές λέξεις.

Τους ευχαριστούμε , ας μας συγχωρέσουν.

Προσπαθήσαμε να έχουμε μια πρώτη καταγραφή . Σίγουρα θα έχουν γίνει λάθη.

Ζητάμε την επιείκεια σας , αλλά περισσότερο ζητάμε την βοήθεια σας.

Στείλτε μας  διορθώσεις , λέξεις που σας  έρχονται στο μυαλό και δεν τις έχουμε  καταγράψει , ή  ότι άλλο θεωρείτε χρήσιμο.

Ευχαριστούμε ιδιαίτερα τον  Σταύρο για την πολύτιμη βοήθεια  του.

 

 Σημείωση 1 . Συνηθίζεται  να χρησιμοποιείται η λέξη ’’ ντοπιολαλιά’’ αλλά εμάς μας άρεσε περισσότερο η λέξη  τοπολαλιά.

 

Σημείωση 2:  Η προσπάθεια αποτύπωσης της τοπολαλιάς μας δεν έγινε με την έννοια της έρευνας,  αλλά με τη λογική  που διαβάζοντάς τες  θα μας μεταφέρει δημιουργώντας (γιατί αυτό κάνουν οι λέξεις καμιά φορά) εικόνες από τα παλιά ,εικόνες που έχουμε συνδέσει με τις λέξεις αυτές .

Να ανασύρουμε εικόνες που θα μας κάνουν  να  λυπηθούμε ίσως μερικές φορές, αλλά σίγουρα να γελάσουμε τις περισσότερες.

 

Index

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Α

 


α μο! : άντε βιάσου κάνε γρήγορα
α ωρε; : μιλάς σοβαρά;;;ναι ωρε! ναι! Σοβαρά μιλάω, το εννοώ!
α; : συγνώμη δε κατάλαβα? πως είπατε;
αα! (καταφατικό) ναι, ναι σωστά τα λες
ααα! : για δες για δες!
αααα! : αα μάλιστα τώρα κατάλαβα!
αβανιά (η): ζημιά, βλάβη,κακοτυχία
αβασκαίνου (ρ.):  ματιάζω
αβγατίζου, αβγαταίνου, αβγατάου (ρ.): αυξάνω, πληθαίνω, μεγαλώνω, προσθέτω
αβέρτα (επίρ.): συνεχώς
αβραϊά (η): βραγιά, πρασιά, το χώρισμα του χωραφιού με αυλακιές
αγάνι (το): η πριονωτή βελόνα που έχει το στάχυ των σιτηρών
αγανός (επίθ.): αραιά υφασμένος
αγάντα (επίρ.): βάστα
αγγάζικος :  πολύ  νευρικός
αγγειό :  δοχείο , σκεύος κουζίνας
άγγονας (ο): εγγονός, εγγόνι
αγγονιά (η): εγγονή
αγκάρια (επίρ.): δουλειά που κάνουμε χωρίς όρεξη, αγγαρεία
αγκέλωμα (το): τσίμπημα με αγκάθι ή άλλο αιχμηρό αντικείμενο
αγκλώθκα : καρφώθηκα από αγκάθι
αγκουνάρ’ (το): πέτρα που τοποθετείται στη γωνία του τοίχου του σπιτιού
αγκουνή (η): γωνία, αλλά και η προνομιούχα το χειμώνα θέση δίπλα από το τζάκι
αγκούσα (η): η δυσφορία, η δύσπνοια, μτφ. το άγχος, επίσης μτφ. οι στομαχικές διαταραχές
αγλέουρας (ο): “πρώτος” ξάδερφος του αχλά, το καταπέτασμα
αγνάντιο (το): ψηλό μέρος από το οποίο μπορείς να παρατηρείς και να βλέπεις από ψηλά.
αγριομούτσουνος (ο): αυτός που έχει άγριο πρόσωπο
αδαυτού (επίρ.): σ΄αυτό εδώ το σημείο που είναι κοντά σου
αδειά (η): διαθέσιμος χρόνος
αδρασκίλα (η): μέτρο μήκους που ισοδυναμεί με το άνοιγμα των ποδιών κανονικού ανθρώπου.
αδράχτ’ (το): ειδικό ξύλο γύρω από το οποίο τυλίγεται το νήμα, που σχηματίζεται από το γνέσιμο του μαλλιού που τοποθετείται στη ρόκα
αδρύ (το): το τσουχτερό, το δυνατό ποτό
άιστεμας : πάμε να φύγουμε
ά-κα (αρν. μόριο): όχι (με έμφαση)
ακαπίστρουτους (ο): χωρίς καπίστρι, ατίθασος
ακουρμένομαι :  ακούω  με  προσοχή
αλάνταβος (ο): αυτός που περπατάει απρόσεκτα
αλάργα : μακριά
αλάρωτος (ο): αυτός που μιλάει συνέχεια
αλαταριά : πέτρα με μεγάλη επιφάνεια που βάζουν αλάτι να τρώνε τα ζώα
αλιά (επίρ.): αλίμονο
αλίκορδα (επίρ.): ανάποδα, προς το επάνω μέρος
αλλαξιά (η): δεύτερη φορεσιά
αλουμανάου (ρ.): χτυπάω αλύπητα
αλσίβα (η): βρασμένο σταχτόνερο που χρησίμευε για το πλύσιμο των ρούχων και για λούσιμο
άλσος (ο): η αλυσίδα, μτφ. το έτερον ήμισυ
αλύχτισμα :  γαύγισμα  σκύλου  ή  άγριου ζώου.
αλφάδ (το) : εργαλείο που χρησιμοποιείται για την μέτρηση της κλίσης επιφανειών, μτφ. ο μεθυσμένος
αλφή (η): η αλοιφή, μτφ. ο μεθυσμένος
αλ’χτάου (ρ.): γαυγίζω
αμούντ (επίρ.): εξαφάνιση
αμπλαούμπλας (ο): άχαρος στις κινήσεις, ειδικά στα χορευτικά
άμπλας : νερό που αναβλήζει
αμπντάλης (ο): ατσούμπαλος, χοντροκομμένος
αμπούκα : μάγουλο
αμπούριασε : γέμισε καπνό
αμπώχνου (ρ.): σπρώχνω
αμτί (αμέ τι): αμ’ πώς αλλιώς
αναβάισα : έγειρα και έπεσα
αναβερβέρξα : ανατρίχιασα
αναδεχτούδ’ (το): βαπτιστήρι
αναμέρα : κάνε στην άκρη
αναμεράου (ρ.): κάνω στην άκρη
αναπιάνω :ετοιμάζω το προζύμι
ανάπουτους (επίθ.): κακότροπος, παράξενος, ιδιότροπος
ανάραχα : η κορυφή της ραχούλας
ανάργια (επίρ.): αργά , αραιά
ανασκλώθκα : έπεσα ανάσκελα
αντάρα  : ομίχλη
αντράλα (η): ζαλάδα, σκοτούρα, φασαρία
αξούρ’γους (ο): αξύριστος
απ’διά (η): αχλαδιά.
απ’κατούλια (επίρ.): λίγο πιο κάτω
απ’στουμάου (ρ.): γυρίζω δοχείο με το στόμιο προς τα κάτω, γυρίζω ανάποδα
απαπκάτ’ ή απ’κάτ’ (επίρ.): από κάτω
απέδου (επίρ.): από εδώ
απέκεια (επίρ.): από εκεί
απεριλόητος : βρωμιάρης ,ατημέλητος
απ’θώνου (ρ.): τοποθετώ κάτι πρόχειρα κάτω
απίδ’ (το): αχλάδι
απίκου (επίρ.): είμαι σε αναμονή, σε επιφυλακή
απίστομα (επίρ.): μπρούμυτα
αποκοντριάζομαι : αποβλακώνομαι, γίνομαι ακοινώνητος
απόπαιδο (το): αποκληρωμένο παιδί, περιφρονημένο
αποπερούλια (επίρ.): κοντά μας αλλά από την απέναντη μεριά
απόρ’μα (το): αυτό που γεννήθηκε πριν την ώρα του
απορρίχνου (ρ.): γεννώ πρόωρα, αποβάλλω
απόστασα : κουράστηκα
αποτώραγια (επίρ.): πριν λίγο
απουδώθι (επίρ.): από την εδώ πλευρά, από εδώ
απουκείθι (επίρ.): από την πίσω,από την εκεί πλευρά
απουπέρα (επίρ.): απέναντι
απουπούι (επιφ.): α! πω – πω
απουσταίνου (ρ.): κουράζομαι
απουτώραϊα (επίρ.): πριν από λίγο
απστόμσα : γύρισα ανάποδα
απύτιαγους (ο): αυτός που δεν πήρε πυτιά, δεν τον πιάνει το φαγητό
αραλίκ’ (το): ξεγνοιασιά, ανεμελιά, άνεση
αρβάλ’ (το): το χερούλι της κατσαρόλας
αρβάλας (ο): ο άγαρμπος, ο ατσούμπαλος
αργάζου (ρ.): επεξεργάζομαι δέρματα, δέρνω κάποιον αλύπητα
αργαλειός (ο):  πλεκτική μηχανή παλιάς εποχής
αργανέλλα (η): τριχιά από λινάρι
αρεντεύω : γυρνάω άσκοπα, κάνω βόλτες
αρίδα (η): τρυπάνι ξύλου, πόδι
αρμαθιάζου (ρ.): φτιάχνω αρμάθα, περνώ όμοια πράγματα σε κλωστή ή σύρμα
αρμυροκ’λούρα (η): κουλούρα που έφτιαχναν και έτρωγαν οι ανύπαντρες κοπέλες το βράδυ του γάμου.
αρούπουτος (ο): αχόρταγος
αρταίνομαι (ρ.): δε νηστεύω
αρτμή : υπόλοιπο από το τυρί (υγρό)
ασαλάητους (ο): απείθαρχος, ανυπάκουος, αυτός που δεν είχε ποτέ έλεγχο από κανένα
ασπρούδ’ (το): είδος άσπρου σταφυλιού
αστοχάου (ρ.): ξεχνάω
αστραποτσουκανάει : αστράφτει και βροντάει
αστρέχα : το περιθώριο της στέγης που προεξέχει
αστρίτ’ς (ο): είδος φιδιού με στίγματα, πανέξυπνος άνθρωπος με σπινθηροβόλο βλέμμα
ατσίδα (η): έξυπνος, καταφερτζής
αυγατάω :  συμπληρώνω , προσθέτω
αυτού : εκεί
αφ’σκάδα (η): ασχήμια
αφαλοκόβου (ρ.): κόβω τον ομφάλιο λώρο, απειλώ με ξυλοδαρμό
αφανταλιά : ξάφνιασμα
αφάντιασμα : σκιάχτρο
αφελάου (ρ.): είμαι ωφέλιμος, χρήσιμος
αφίσκα (επίρ.): άσχημα
αφόριου (το): ρούχο αφόρετο, αμεταχείριστο
άφτο :  άφησέ  το
αφύσκος (ο): άντρας ακανόνιστου μεγέθους
αχαμνά (τα): τα γεννητικά όργανα του αρσενικού
άχνα (η): η απόλυτη σιωπή
αχούλιασμα : ηχηρός μακρόσυρτος αναστεναγμός
αχπάν’ (επίρ.): επάνω

Β

 


β’κέντρα (η): μακρύ αιχμηρό ραβδί για το κέντρισμα των βοδιών κατά το όργωμα
β’νί (το): βουνό
β’τσέλα (η): είδος ξύλινης βαρέλας νερού
βααίνου ή βαϊζου (ρ.): γέρνω από τη μια πλευρά από το πολύ βάρος
βάβου (η): γιαγιά
βακούφκο (το): κτήμα ή οικόπεδο της εκκλησίας
βαρβατσέλ’ (το): μικρό τραγάκι, παιδί που παριστάνει τον άντρα
βαρκό (το): χωράφι που κρατάει μεγάλη περίοδο του χρόνου νερό
βατσνιά (η): θάμνος συνήθως αγκαθωτός και πυκνός
βελάν’ (το): βελανίδι
βελέντζα (η): χοντρό χειμωνιάτικο σκέπασμα
βερβέρα (η): μικρό ζώο, τρωκτικό, που ζει στα δέντρα και μοιάζει στον σκίουρο
βερέμκο: στραβό,δεν είναι ίσιο
βετούλ’ (το): κατσίκι ενός έτους
βίγλα (η): παρατηρητήριο
βιδούρα : ξύλινο δοχείο χωριτικότητας 20 οκάδων
βιπ (το): ποδοσφαιρική έκφραση που την εισήγαγε στην καθομιλουμένη Ηπειρώτης προπονητής παγκοσμίου βεληνεκούς. Δυνατό, ασύληπτο σούτ.Χρησιμοποιείται με το ρήμα ρίχνω, π.χ. Roberto Carlos προς τα παιδάκια: “Φεγάτε απ’ τ’ μέσ’ ουρέ, θα ρίξου ΒΙΠ!”
βίραγκας : σημείο του ποταμού όπου λιμνάζει το νερό
βιρβιρίτσα (η): σκίουρος
βίτσα (η) : βέργα, λεπτό και ευλύγιστο κλαδί εργαλείο μπρρ!!! εκπαιδευτικής διδασκαλίας.
βιτσέλα : δοχείο
βλάρ’ (το): τόπι υφάσματος, καθένα από τα κομμάτια που υφαίνεται στον αργαλειό, τα οποία στη συνέχεια ράβονται μεταξύ τους και αποτελούν το ολοκληρωμένο ρούχο
βλιώρα (η): ζιζάνιο των σπαρτών, σιχαμερός άνθρωπος
βλουγάει (ρ.): υπάρχει, υφίσταται, μετράει
βλουγούδ’(το): μικρό πρόσφορο
βογγάλα (η): τρέξιμο με πολύ γρήγορο ρυθμό
βολά : φορά
βολεί (ρ. απρόσ.): βολεύει, μπορεί, είναι εύκολο
βόμπ’ρας (ο): μικρό ζωύφιο, μικρόσωμο, κινητικό και έξυπνο παιδί
βούγγα : παιδικό παιχνίδι θορυβώδες
βουλά (η): φορά
βούριαξε(η γουρούνα) : έντονη επιθυμία της γουρούνας για ζευγάρωμα
βουρλουτύρ’(το): γαλοτύρι, τσιαλαφούτι
βουτσώνω : θυμώνω
βρετ’κά (τα): εύρετρα, αμοιβή κάποιου που βρήκε και παρέδωσε κάτι
βρος (ο): σημείο ποταμού ή μεγάλου ρέματος που λιμνάζει νερό
βρυτσούλ’ (το): τόπος που αναβλύζει νερό
βυζήλα : χοντρή φούρκα,μοχλός
βυζοσάκ’λες (οι): πάνινες σακκουλίτσες που βάζουν στους πολύ μεγάλους μαστούς μερικών γιδιών για να τους προστατεύσουν από τραυματισμούς

Γ

 


γαβάθα (η): βαθουλωτό ξύλινο ή πήλινο πιάτο
γαλάρια : αυτή που έχει γάλα
γάνα (η): βρώμα, καπνιά
γανώνου (ρ.): κασσιτερώνω, στιλβώνω με καλάι τα χαλκώματα, μαυρίζω κάτι με κάρβουνο, με γάνα
γαρδαβίτσα (η): μικρό εξόγκωμα, σπυράκι στο χέρι
γάστρα (η): είδος μεταλλικού φούρνου σε σχήμα κοίλου ημισφαίριου
γατσιάζου (ρ.): μαζεύομαι από το κρύο και μου σηκώνεται η τρίχα
γατσούν’ (το): γατάκι
γέν’μα (το): αγροτική σοδειά
γεννήματα : δημητριακά
γεννησούρι (γεννσούρ’) : νεογέννητο
γερεύου (ρ.): μου περνάει η αρρώστια, γίνομαι γερός
γεροκόμ’ (το): ηλικιωμένος άνθρωπος που χρειάζεται φροντίδα, καταβεβλημένος γέρος
γιαλάου (ρ.): γελάω, εξαπατώ κάποιον
γιαννιώτς : ο βόρειος άνεμος
γιατάκ»(το): κρεβάτι, χώρος για ανάπαυση
γίδ’ (το): γίδα,άνθρωπος ακοινώνητος
γιδοξούρ’ (το): εργαλείο για τον καθαρισμό των ζώων, κακάσχημος άνθρωπος
γιόμα (το): η ώρα του γεύματος, μεσημέρι
γιομόζω (ρ): γεμίζω
γιόμστο : έτσι λέμε στο πρατήριο υγρών καυσίμων για να μας γεμίσουν το ρεζερβουάρ
γιούκος (ο): διπλωμένα κλινοσκεπάσματα τοποθετημένα το ένα πάνω στο άλλο
γιούργια (επίρ.): επίθεση
γιουρούκι : ατσούμπαλος , φασαριόζος
γιωτάς (ο) : ο μη έχων τυφέκιο στο στρατό, ελλειμματικός
γκ’σός (ο): κισσός
γκαβός (ο) : τυφλός
γκαϊδός (ο): αλλήθωρος
γκαϊδοτ’ράου (ρ.): κοιτάζω αλλήθωρα
γκαΐλα : χαρακτηρισμός για κάτι πολύ μαύρο
γκανιάζου (ρ.): κλαίω ασταμάτητα μέχρι που μου κόβεται η αναπνοή, διψάω υπερβολικά
γκαργκανούλι (το): μαύρο στο δέρμα, γυφτάκι
γκαφάλι (το) : ο έχων άχαρο σώμα και συνήθως συνοδεύεται και με ολίγη από μυαλό
γκέσα : μαύρη γίδα
γκέσος (ο): τράγος με κοκκινωπή απόχρωση
γκιζεράω : κάνω άσκοπες βόλτες από δω κι από κει
γκισέμ’ (το): κριάρι που ηγείται του κοπαδιού
γκλαγκανάω: πίνω
γκλαξιά (η) : γουλιά
γκλίτσα (η) : απαραίτητο accessoire των κατόχων αιγοπροβάτων
γκόρτσο (το): ο καρπός της γκουρτσιάς
γκουντλάω : παραπατάω, κουτουλάω
γκουρτσιά (η): άγρια αχλαδιά
γκουσομανάου (ρ.): ανασαίνω γρήγορα από την πολλή προσπάθεια
γκουτζάμ : είναι πλέον στην κατάλληλη ηλικία ή μέγεθος
γκριντάλι : ο ψηλός άνθρωπος
γκρτζουπ (το) : όρθιο, στητό, υπονοεί και το ατίθασο
γλαβανή (η): καταπακτή
γλιέπω : βλέπω, τράω (βλ.λ.)
γλίνα (η): λάσπη από χώμα αργιλώδες που κολλάει
γνέμα (το): νήμα
γνολίθι : λιθάρι του τζακιού
γόνα (το): γόνατο
γούλ’ (η): στόμιο πχ. της μπουκάλας
γουμάρ’ (το): γαϊδούρι
γουμίδια : χόρτα φτιαγμένα στο τηγάνι
γούπατο : μέρος χωρίς θέα – βαθούλωμα, λέγεται επίσης και χουναβιά.
γουρμάζου (ρ.): ωριμάζω
γουρνομυτιάζου (ρ.): βάζω κάποιον κάτω μέχρι να ακουμπήσει η μύτη του στο χώμα
γουρνουτσάρ’χα (τα): τσαρούχια από δέρμα γουρουνιού
γούτσι (το): το κουκουνάρι του καλαμποκιού
γραβάλι : τσουγκράνα
γράβος (ο): φυλλοβόλο δέντρο με ίσιες, γερές , λεπτές και μακριές βέργες, κατάλληλες για γκλίτσες
γράδα : μπλέξιμο , μονάδα μέτρησης αλκοόλ
γράδωσα : έμπλεξα , πιάστηκα κάπου χωρίς τη θέλησή μου
γραίνου (ρ.): ξεμπλέκω το πλυμένο μαλλί των προβάτων και το κάνω αφράτο
γρέκι : τόπος όπου κοιμούντε τα γίδια ή τα πρόβατα
γρεντιά: το κεντρικό δοκάρι που κρατά την στέγη στα παλιά σπίτια.
γρέντζιλου (το): σταφύλι με μικρές και λίγες ρώγες
γρι: τίποτε εντελώς
γρούμπιασα : καμπούριασα
γρουμπούλ’(το): στρογγυλό εξόγκωμα του δέρματος, στρογγυλό κομμάτι λάσπης, ζύμης κ.λ.π.
γυαλ’κά (τα): γυάλινα σκεύη του σπιτιού
γυνί (το): υνί, η σιδερένια μύτη του αλετριού
γυροβουλιά (η): στροφή στο χορό, πέρασμα από τα σπίτια για κουτσομπολιό κτλ.

Δ

 


δάχ’λο (το): δάχτυλο
δαχλιά (η): αποτύπωμα από δάκτυλο
δέντρος (ο): δρυς
δέσ’ (η): σύνδεση του αυλακιού με το ποτάμι ή την πηγή και τα ενδιάμεσα σημεία σύνδεσης του κεντρικού αρδευτικού αυλακιού
δημοσά  : δημόσιος δρόμος για αυτοκίνητα
διακόβου (ρ.): φτάνω γρηγορότερα από κάποιον άλλον, ξεπερνώ
διακονιάρης (ο): ζητιάνος
διαλιούργια (τα): αυτά που απομένουν μετά τη διαλογή
διάστρα : εξάρτημα του αργαλειού
διάτανος (ο): διάβολος
διβολίζου (ρ.): οργώνω το χωράφι δεύτερη φορά
δικέλλ’ (το): σκαπτικό εργαλείο με δυο μύτες
δικριάνι’ (το): διχαλωτό ξύλο για το λίχνισμα
διπλάρ’κα (τα): δίδυμα
διπλοπόδ’ (το): κάθισμα στο δάπεδο ή στο στρώμα με διπλωμένα πόδια
δίστρατο (το): σημείο διακλάδωσης του δρόμου
δίφορα (τα): σύκα που γίνονται δυο φορές το χρόνο
δοκίθκα : αναζήτησα κάτι όταν διαπίστωσα ότι μου έλειπε.
δοντάγρα (η): ειδική τανάλια για την εξαγωγή δοντιών
δούγα (η): σανίδα βαρελιού
δραγάτ’ς (ο): αγροφύλακας
δραγατσούρα (η): σταθμός ελέγχου κυκλοφορίας, η ενέδρα
δρομίτσα (η): είδος ψαριού μικρό σε μέγεθος που ζει σε γλυκά νερά
δροτσίλα (η): ερεθισμός στο δέρμα, κοκκινάδα
δροτσίλι (το) : μικρό σπυράκι στο πρόσωπο
δώγιας : εδώ

Ε

 


ε μο! : καλά μην ανησυχείς θα κάνω όσο πιο γρήγορα μπορώ
ε, ε, ε : ναι, ναι έτσι είναι
ε; : ορίστε; πως είπατε;
έβελο (το): πελώριο πράγμα
εδώια (επίρ.): εδώ, σε τούτο το μέρος
εεεε! (δυνατό) : πιο σιγά! μη παίρνεις φόρα!
έζαψα (ρ.): δυναμική κίνηση , έπεσα κάτω με φόρα
είδσμα (το): πράγμα
είνουρο (το): όνειρο
εκειός (ο): εκείνος
έρ’μος (ο): ξεχασμένος από όλους, μόνος
έργος (ο): τμήμα του χωραφιού που αναλαμβάνει κάποιος να σκάψει
έφκα : έφυγα
έχος (το): πλούτος
εχούμενος (επίθ.): αυτός που έχει πολλά χρήματα, κτήματα ή ζώα, μεγαλονοικοκύρης

Ζ

 


ζ΄λάπ’ (το): άγριο ζώο
ζ’γός (ο): ζυγός
ζ’γώνου (ρ.): πλησιάζω
Ζα (τα) : τα ζώα
ζάβατος : δάσος καστανιάς
ζαβλακώνομαι: χαζεύω, μπανταλιάζω. Αόρ.: ζαβλακώθκα
ζαβός (ο): χαζός και ανάποδος, άνθρωπος με κακά χούια
ζαγάρ’ (το): κυνεγητικό σκυλί, πονηρός άνθρωπος, ο κουτοπόνηρος
ζαγκανάω : κουνάω
ζαγκανιέμαι : κουνιέμαι περίεργα, πάω γυρεύοντας π.χ. “μη ζαγκανιέσ’ ωρε παιδί μ'”
ζαγκλαβάνι : ενοχλητικός
ζαλ’κώνομαι (ρ.): φορτώνομαι, δένω με τριχιά φορτίο στους ώμους μου
ζαλίγκα : στη πλάτη
ζάπ’ ή ζάφτ’ (άκλ.): το να καταφέρεις κάτι
ζάρκο (το): το γυμνό, μπλετς
ζάφι : παράσιτο (κάτι σα σκουλίκι) που δημιουργείται στα ισχνά αρνοκάτσικα
ζάφτω : πέφτω
ζβάρα : γεωργικό εργαλείο, παρασέρνω, με τς μπάντες, μαλιοκούβαρα
ζβαρνιέμαι : σέρνομαι, κυλιέμαι κάτω. αόρ. ζβαρνίστκα.
ζγκατάψυξ : στην κατάψυξη
ζγουρ (το): αρσενικό πρόβατο ενός περίπου έτους
ζγώνω : πλησιάζω σιγά-σιγά
ζερβά (επίρ.): αριστερά
ζεύκ’ (το): καλοπέραση
ζεύλα (η): καμπύλο εξάρτημα του ζυγού που μπαίνει στο λαιμό του ζώου
ζεύου (ρ.): βρωμάω πολύ
ζέχνω : μυρίζω υπερβολικά άσχημα
ζήβα : σβήσε
ζιβζέκι : μικροκαμωμένος
ζικατάου (ρ.): ενοχλώ
ζιουμπριέκι (το): σύρτης πόρτας,πόμολο
ζιουβγάρια (τα): ζευγάρια
ζιουγκάρ (το) : εξόγκωμα, λίπωμα εμφανές στο σώμα
ζιουλάω : μαλάζω
ζιουμπάς (ο): ο πολύ κοντός άνθρωπος
ζλαπ (το) : άγριο ζώο
ζμαρ (το) : το ζυμάρι
ζμι (το): το υγρό αποτέλεσμα βρασίματος, ζουμί
ζ’μπάου (ρ.): σπρώχνω, πιέζω
ζμπλατεία : στην πλατεία
ζμπόρτα : στην πόρτα
ζμπουδιέμαι : παραπατάω (συνήθως έχουμε και πτώση), σκοντάφτω
ζμπούτσαμ : δεν με νοιάζει καθόλου , έκφραση αισχρού και ανήθικου περιεχομένου
ζούδιο: μικρό ζωύφιο
ζούρα (η): κατακάθι του λαδιού
ζούφιο (το) : αφυδατωμένο φρούτο, ελλιπές περιεχόμενο
ζύ’ι (το): βαρίδι της ζυγαριάς
ζυματούρα : είδος φαγητού
ζώστρα (η): λουρί που περνάει κάτω από την κοιλιά του ζώου και δένει το σαμάρι

Θ

 


θ’κάρ’ (το): θήκη του μαχαιριού
θ’μιάμα (το): λιβάνι
θαραπαύομαι (ρ.): ευχαριστιέμαι, ικανοποιούμαι
θειά (η): η θεία
θειάκου (η): θεία
θειαμένομαι : απορώ μαζί σου
θέρμ’ (η): πυρετός
θερμοτσούκλιασα : πόνεσα
θερστής : ο μήνας Ιούνιος
θηλ’κώνου (ρ.): κουμπώνω
θιάτρου (το): θέαμα, ντροπή
θκομ : δικό μου
θκος : δικό σου
θκοτ : δικό του
θκοτς :δικό τους
θλάκι (το) : η θηλιά στο παντελόνι όπου κρέμεται η ζώνη
θληκώνω : κουμπώνω
θρασίμ’ (το): ψοφίμι, θρασύδειλος άνθρωπος
θυμητ’κό (το): μνήμη
θύμωμα (το): πρήξιμο πληγής, ερεθισμός

I

 


ίγκλες : ειδικές λουρίδες που μπαίνουν στα πόδια άγριου αλόγου για ημέρωμα
ίδ’σμα (το): φαγώσιμο, χρήσιμο πράγμα
ιδιάζου (ρ.): περνώ τα νήματα για ύφανση
ιδιάστρα (η): σανίδα με πολλές τρύπες από τις οποίες οι υφάντρες περνούν τα νήματα της ύφανσης
ίίίί; να! : μα καλά που χάθηκες εσύ; (συνοδεύεται από μούντζα)
ινάτ’ (το): πείσμα
ίσκνα (η): παράσιτο δέντρου που χρησίμευε σαν φυτίλι στο τσακμάκι του καπνιστή
ιτς κρίσ': καμία απάντηση

K

 


κ’λούρα (η): καλαμποκίσιο ψωμί
κ’ρούνα (η): κουρούνα, κακή γυναίκα
κ’τάβ’(το): νεογέννητο σκυλί, κουτοπόνηρος άνθρωπος
κ’τσιαύτη (η): κατσίκα με μικρά αυτιά
κ’τσιούμπ’ (το): τμήμα χοντρού κορμού δέντρου, κούτσουρο
κ’τσιούρα (η): τμήμα του δέντρου κοντά στη ρίζα που βρίσκεται μέσα στο χώμα
κ’τσό (το): παιδικό παιχνίδι στο οποίο το παιδί στηρίζεται στο ένα πόδι και μετακινείται πηδώντας
κ’τσός (επίθ.): κουτσός
κάβ’ρας (ο): κάβουρας
καβαλ’κεύου (ρ.): μπαίνω καβάλα
καβαλάρ’ς (ο): οριζόντιο κεντρικό δοκάρι στην κορυφή της στέγης, που ενώνονται τα μικρότερα πλαϊνά μαδέρια της στέγης
καγκελάρ’ (το): χορός με πολλούς κύκλους
καζίκ’ (το): πάθημα
καθάριο (επίθ.): σταρένιο ψωμί
κακαράντζα (η): κόπρανα αιγοπροβάτων
κακκάβ’ (το): μεγάλη κατσαρόλα
κακομούτσουνος (επίθ.): αυτός που έχει άσχημο πρόσωπο
καλ’βώνου (ρ.): πεταλώνω τα άλογα
καλάι (το): κασσίτερος με τον οποίον «γανώνουν» τα χάλκινα σκεύη
καλαμποτσιόκαλο (το) : ή και τσιόκαλο. Το απομεινάρι του καλαμποκιού.Παλιότερα έβρισκε χρήση και ως τάπα βαρελιών.
καλέσματα : τα προσκλητήρια
καλκάνι : η δοκός που στηρίζει τα επίπεδα της σκεπής εκεί όπου σχηματίζουν τον κορφιά (κορυφογραμμή)
καλοσκέρνω (αόριστος:καλοσκέρσα) δοκιμάζω (τρώω) κάτι για πρώτη φορά για το τρέχον έτος ή για την εποχή που ωριμάζει ως φρούτο
καλούδια (τα): δώρα που δίνουν στα παιδιά
καλυβοσφύρι : το σφυρί που πετάλωναν τ ’ άλογα.
καμούτα : θεατρινισμός ,νάζι
καμπλάφ’ (το): καπέλο του ιερέα
καναβιά : τριχιά από κανάβι
κανούτα (η): κατσίκα που έχει σταχτοκίτρινο τρίχωμα
κανούτος : σταχτής (συνήθως για ζώα)
καντήλα (η): σπυρί
καπίστρ’ (το): χαλινάρι
καπούλια (τα): πισινά των αλόγων
καπτσιάρ’ (το): αυτό που ακολουθεί συνέχεια κάποιον
καρ’κώνου (ρ.): δένω σφιχτά
κάρ’νο (το): κάρβουνο
κάργα : υπερβολικά, πάρα πολύ
καρδελάγκος (ο): λάρυγγας
καρέλ’ (το): μικρός τροχός αυλακωτός για διάφορες χρήσεις
καρές (ο): κόμμωση
καρκαλέτσ’ (το): παιδική ασθένεια με πολύ βήχα, κοκκύτης
καρκανιδιάζω : καίγομαι πολύ
καρκολόιμα : κακάρισμα κότας
καρκώθκα : στραβοκατάπια ,μου στάθηκε κάτι στο λαιμό
καρόφλα : τα φύλλα της καρυδιάς
κασέλα (η): ξύλινο μπαούλο
κασκαρίκα (η): φάρσα
καστραβέτς (το): το αγγούρι
καταεί (επίρ.): κάτω στη γη
κατακεφαλιά (η): δυνατό χαστούκι
καταντιά : καλή κατάσταση , ξεπεσμός
καταντίπ (επίρ): καθόλου
κατασάουρα : τελείως κάτω, στο χώμα
κατάσαρκα : κάτι που φοριέται κάτω απ τα ρούχα, έχει επαφή με τη σάρκα.
καταψιά (η): μπουκιά, κατάποση
κατιβασιά (η): απότομη αύξηση νερού χειμάρρου λόγω δυνατής βροχής
κατικνιά (αντάρα) : ομίχλη
κατόπι (το): έπειτα. “παίρνω στο κατόπι” : ακολουθώ
κατ’ράου (ρ.): κατουράω
κατρήθρα (η): ουροδόχος κύστη
κατσαπλιάς (ο): άτομο που δε πρέπει να εμπιστευόμαστε, ο άτακτος στρατιώτης
κατσιά (η): καθισιά, το φαγητό που τρώει κάποιος σε ένα γεύμα
κατσιούλα (η): κουκούλα της κάπας
κατώι (το): το υπόγειο
καφοκούτ’ (το): κουτί του καφέ
καψαλή (η): κατσίκα με καστανόμαυρο μαλλί
κεντρώνου (ρ.): μπολιάζω καρποφόρο δέντρο με «μάτι»
κεφαλάρι : το ακαλλιέργητο τμήμα μεταξύ δύο χωραφιών
κεφαλαριά : πονοκέφαλος
κιαπέ (επίρ.): κι ύστερα;
κίκαρι (η): φλιτζάνι για καφέ
κιντυνεμένος (επίθ.): ετοιμοθάνατος
Κιό : ναι αλλά όμως , μα αφού
κιχ (το) :χωρίς μιλιά , άχνα
κλαπατσίγκανα (τα) : μουσικά όργανα
κλιορεύω : κοιμάμαι
κλιτσ’νάρ’ (το): πόδι
κλοτσοτύρι : παράγωγο ξυνόγαλου
κοζάρω : βλέπω, παρατηρώ
κόθρος : γωνία , τα ακριανά κομμάτια πίτας ή του ψωμιού που ακουμπούν στο πλάι του ταψιού
κόκκαλο (το): μτφ. ο μεθυσμένος π.χ. “έγνα χτε… μπιτ κόκκαλο!”
κοκκορόχιονο (το): στρογγυλοί μικροί κόκκοι χιονιού σαν χαλάζι
κοκόνι (το): σκυλί καλοαναθρεμένο και τεμπέλικο. πχ. “έγινες κοκόνι”
κοκοτσέλ’ (το): μικρός κόκορας
κολλ’τσίδα (η): αγριόχορτο που κολάει στα ρούχα, μτφ φορτικός άνθρωπος
κολοκαθ’σιά (η): φιγούρα χορευτή σε θέση ημικαθίσματος
κομματσιούλ’ (το): μικρό κομμάτι ψωμιού
κόνξα (η): νάζι
κοντογούν’ (το): ημίπαλτο
κοντρί (το): μεγάλος βράχος
κοπά (επίρ.): ίσια, χωρίς στροφές
κόπανος (ο):, ξύλο με το οποίο οι γυναίκες χτυπούσαν τα χοντρά ρούχα στο ποτάμι για να φύγει η βρωμιά, ή αλλιώς: χειροκίνητη πλυντική μηχανή
κοπρίτ’ς (ο): ράτσα σκύλου, τεμπέλης άνθρωπος
κόπ’τσα (η): μικρή πόρπη
κορ’φνό (το): αυτό που είναι στην κορυφή
κοργιά (η): κόρα του ψωμιού
κορφίγκι : το πρώτο γάλα (χοντρό)
κόσα (η): πλεξίδα των μαλλιών
κοσιά (η): μεγάλο δρεπάνι ίσιο
κοσσεύω (ρ.): τρέχω
κοτάω : τολμώ, δείχνω θάρρος
κότσαλο : το κοτσάνι που μένει όταν ξεσπυριστεί το καλαμπόκι
κοτσιανάτος (επίθ.): δυνατός, γερός καλοστεκούμενος
κουκόσια (η): καρύδι
κουκουμέλα (η): μανιτάρι
κουλουκ’ρεύου ή κουλουκ’ρίζου (ρ.): κουρεύω τα πρόβατα γύρω από τα πόδια και την κοιλιά
κουλουφουτιά (η): πυγολαμπίδα
κουμάσι : το σπιτάκι του γουρουνιού
κουμπουδιάζου (ρ.): δένω κόμπο
κουντράω : χτυπάω ή σπρώχνω με το κεφάλι
κουρδουμπούλι : σβόλος, πχ. “μαζεύκα κουρδομπούλι απ’ τον πόνου”
κουρέλω (η): όνομα κατσίκας με δύο γλωσσίδια (τριχωτά κρεατάκια) στο λαιμό
κουρίτα (η): κορμός δέντρου σκαμμένος για να πίνουν τα ζώα νερό
κουρκουζώητος : αυτός που ζεί πολλά χρόνια
κουρκουκέφαλο (το): κορυφή του κεφαλιού
κουρκούλια : μικρές πέτρες
κουρκούτ’ (η): χυλός με αλεύρι και νερό
κούρνια (η): κοτέτσι
κουροψάλ’δο (το): μεγάλο ψαλίδι για το κούρεμα αιγοπροβάτων
κουρτσέλ’ (το): κορμός δέντρου σκαμμένος για την τοποθέτηση ζωοτροφής
κούσιαλο (το): πολύ ηλικιωμένος άνθρωπος, αλλιώς σιάψαλο ή χούφταλο
κουσιεύου (ρ): τρέχω γρήγορα
κουτουπώνω : πιάνω κάτι και δε το αφήνω
κούτσ’κου (το): μικρό
κουτσαγκέλα (η): τεθλασμένη γραμμή, κόλπο, βρωμοδουλειά
κουτσιαβέλι (το): μικρό παιδί
κουτσιουμπλή (η): μύτη κοντή, πλατιά και άσχημη
κούτσκο : μικρό
κουτσοκέρα (η): κατσίκα με σπασμένο κέρατο
κραμποκούκ’ (το): μικρή κουλούρα από καλαμποκίσιο αλεύρι
κρατσνάω (κριτσιανάου) : τρώω με πάρα πολύ θόρυβο
κρεμαντζλίστκα : κρεμάστηκα  από τα χέρια
κρεμαστάλω (η): σιδερένια χοντρή αλυσίδα από την οποία κρέμεται η κατσαρόλα στο τζάκι                                                                                                                  κρένω (ρ.): μιλάω
κριγιάς (το): κρέας
κρικέλα (η): σιδερένιος κρίκος που καταλήγει σε μεγάλο καρφί
κριτσιανοβολάει (ρ.): αστράφτει και βροντάει, δυνατός θόρυβος φωτιάς
κριτσίλωσε : στράβωσε
κρούω : αγγίζω
κρυότ’ (το): δροσερός καιρός
κταλ (το): κουτάλι
κτι (το) : κιβώτιο, η οθόνη της τηλεόρασης
κτσος (ο): ο κουτσός
κυργιαρίνα (η): είδος πουλιού, τσίχλα

Λ

 


λ’σιά (η): πόρτα φράχτη
λαγαρίζου (ρ.): ξεθολώνω, αφήνω καθαρό υπόλοιπο
λαγαρό : η βουβωνική χώρα (μασχάλη) των μπροστινών ποδιών του ζώου (των πίσω “βελανίδα”).
λάγκεψα : ξαφνιάστηκα
λαγκιόλι : ελλάτωμα
λαήνα (η): στάμνα, πήλινο δοχείο
λάιος (επίθ.): μαύρος, γκρίζος
λάκα (η): ομαλή έκταση
λακάου (ρ.): φεύγω τρέχοντας μέσα από τις λάκες
λαλ’μένος (επίθ.): σαλεμένος
λαλάω : σιουράω, παίζω μουσική με βασικό όργανο το κλαρίνο
λαλούμενα (τα): όργανα ορχήστρας
λαμπίκο (επίρ.): πεντακάθαρα
λανάρ’ (το): εργαλείο για την επεξεργασία του πλυμένου μαλλιού
λαντζοκόβου (ρ.): έχω μεγάλη αγωνία και πηγαινοέρχομαι
λαουτιάζω : λουφάζω
λάπατο(το): φυτό πλατύφυλλο που χρησιμοποιείται για λαχανόπιτες
λαρώνου (ρ.): ησυχάζω
λάρωσε : ησύχασε , μη μιλάς
λατσούδα : κλαδί από έλατο
λαχταράου (ρ.): τρομάζω
λειανοφάσλα : φασόλια μικρά ( αμπελοφάσολα)
λειάνσα : τεμάχισα
λειτουργιά (η): πρόσφορο για τη Θεία Ευχαριστία
λελέκι (το): ο υπερβολικά αδύνατος, πελαργός
λέσιο : αδύνατο ζώο ,ψοφήμι
λιάζου (ρ.): εκθέτω κάτι στον ήλιο
λιανός (ο): ο αδύνατος
λιανούρια (τα): λιανά, μικρά παιδιά
λιανώματα (τα): κέρματα μικρής αξίας
λιάπσ’ (ο): λιάπηδες είναι οι αρβανίτες. Μτφ ο λαίμαργος, ο άρπαγας
λιασκοβέτσ’ (το): το χωριό Λεπτοκαρυά
λιάτα (η): πλατύ τσεκούρι των ξυλοκόπων
λίγδα (η): λαδιά, λεκές
λιμάζου (ρ.): πεινάω
λιμασμένο : το πολύ πεινασμένο
λίμπα (η): βαθουλωτό πιάτο
λιόκια (τα): όρχεις
λιουγκρίζω : ίσα που βλέπω , μόλις που διακρίνω,χαμηλός φωτισμός
λισγάρι : πολύ ψηλό
λτάρι : σχοινί
λμάκι : κομμάτι ξύλου πολύ ίσιο
λοιμπά : οι όρχεις
λούμπρ’ (η): λάσπη και θολό νερό
λούρα : βέργα
λώβα (η): ακαθαρσία
λωβιάζου (ρ.): μολύνω

M

 


μ’σκάρ’ (το): μοσχάρι
μαβλάου (ρ.): φωνάζω τα ζώα
μαγάρσμα (το): η πράξη αναπαραγωγής των αίγων
μακελεύομαι (από το μακελειό): τραυματίζομαι σοβαρά. Χρησιμοποιείται στον αόριστο π.χ. μακελεύτκαμαν
μακροσκοινάω : δένω κάποιο ζώο με πιο μακρύ σχοινί να βοσκήσει περισσότερο.
μάνταλος : αυτοσχέδιος μηχανισμός να κλίνει η πόρτα.
μαντανία (η): μάλλινο υφαντό κλινοσκέπασμα
μαντζαφλάρ (το): λεπτό και μυτερό αντικείμενο, το μαρκούτσ
μαντραβίτσα (η): μικρό εξόγκωμα στο δέρμα, σαν κρεατοελιά αλλά χωρίς ιδιαίτερο χρωματισμό, που βγαίνει “άμα μετράς τ’ αστέρια”, όπως λένε στα χωριά μας. Για την εξαφάνισή της απαιτείται καυτηριασμός
μαξιούμ (το): το μικρό παιδί
μαργώνου (ρ.): κρυώνω
μαρκάλσμα (το): η πράξη αναπαραγωγής των αμνών
μαρκούτσ (το): λεπτό και μυτερό αντικείμενο, το μαντζαφλάρ
μαρμάγκα (η): δηλητηριώδης αράχνη
μασιά (η): ή και ο μασιάς : τσιμπίδα για την φωτιά π.χ. στο τζάκι
μάσνα : καλύβα
μαστάρ’ (το): βυζί
μαστραπάς (ο): η κανάτα
ματσιάστκα : δέχτηκα μεγάλη πίεση
ματσιαλάω : μασουλάω. Ματσιαλάω με τα τσιαούλια μ': μασουλάω με έντονο θόρυβο
μαυλάω : καλώ το ζώο να έρθει κοντά μου
μίρλα (η): κλάμα,γκρίνια
μολόημα (το): φήμη
μούκας (ο): αυτός που δε μιλάει, ο σιωπηλός
μουλαΐμκος : Άνθρωπος ήρεμος, πράος,συμβιβαστικός,(χαρακτηρισμός και για ζώα)
μουμούδι (το) : το έντομο, μτφ. ο οκνηρός
μουνούχι (το) : το ευνουχισμένο ζώο
μουστιρής (ο) : ο πελάτης, χρησιμοποιείται κυρίως από παλιούς εμπόρους π.χ. “αυτνούς τς έχμε μουστιρήδες”
μούτος (ο): αυτός που δεν μιλάει
μόχαλο : πέτρα
μπάζω : βάζω μέσα
μπα’ί’λντσα : ξεθεώθηκα, έμεινα απο ανάσα
μπάκα (η): η κοιλιά
μπακακάκι (το): το βατραχάκι
μπάκακας (ο): βάτραχος
μπάλα (η): μέτωπο , κούτελο ,(μι βάρσει ου ήλιους κατάμπαλα)
μπανταλός (ο): χαζός
μπάτσα (η) : χαστούκι
μπατσαριά (η) : είδος Ηπειρώτικης πίτας με χόρτα, επίσης και μπλατσαριά
μπαφιάζω : λαχανιάζω, δεν είμαι σε καλή φυσική κατάσταση
μπαχλατάω : πολυλογώ (λέω πολλά χωρίς αξία)
μπερμπεκάω : ξεδιαλέγω ,ψάχνω γύρω  από τα δένδρα για καρπούς πεσμένους κάτω (καρύδια, κ.ά.)
μπικιόνι : τσίγκινο ποτήρι
μπιρμπελόνια : είδος φαγητού (ζυμαρικό)
μπιστοβλιακιά (η) : η λαιμαργία
μπιστόβλιακος (ο) : ο λαίμαργος
μπιτ (επίρ.): καθόλου
μπιχτιά : πολύ απότομη κατηφόρα
μπλαθρί : χοντρό
μπλάνα (η): όγκος χώματος που δημιουργείται κατά το όργωμα
μπλατσιάστκα : ανταμώθηκα
μπλαρ (το): το μουλάρι
μπλατς : χύμα καταής. πχ. “έφκα σφαίρα απ’ τ’ δλειά για να πάω στο γήπεδο και τ’ άφκα όλα μπλατς”
μπλέτς (το): ο γυμνός από τη μέση και πάνω, ο ζάρκος
μπλιόρι : τράγος από ενός έως δύο ετών
μπονώρα (επίρ.): πολύ πρωί
μπόσκα (τα): χαλαρά, ξεσφιγμένα
μπότ’ (το): πήλινο δοχείο με στενό λαιμό
μπουτεινό : το πατάρι , ο χώρος ανάμεσα στο ταβάνι και τη σκεπή
μπούγιο (το): συνάθροιση πολλών ατόμων
μπούγλα (η): τενεκεδένιο δοχείο για λάδι ή πετρέλαιο
μπούζι (το): κρύο
μπουρδουκλώνομαι: μπερδεύομαι
μπουρμπούτσαλα (τα): μικρά έντομα
Μπουρμπουτσέλι : γενικά τα άγνωστα μικρά έντομα
μπουρμπουχαλεύω : ψάχνω στα μουλωχτά
μπουρτσοκλαίω : προσποιούμαι πως κλαίω
μπουχαρί (το) : η καμινάδα (τουρκική), επίσης και μπουρί
μπουχός : σκόνη , άφαντος
μπράσκα : πολύ μεγάλος βάτραχος
μπράσσστ : φεύγω άρον άρον
μπρέτσκος : ο ευέξαπτος άνευ λόγου και αιτίας
μπρίζω : κλαίω δυνατά
μπχαροποδιά : ύφασμα που τύλιγαν γύρω-γύρω το τζάκι …
μπχούστης : το παζάρι
μστόβλακος : χαζός
μτσούνια : πρόσωπο
μύτος (ο): ποδοσφαιρική έκφραση. Δυνατό σουτ με την μύτη του παπουτσιού που εξασφαλίζει μεγάλη ταχύτητα αλλά μικρό έλεγχο. απαγορευτικό σουτ στους παιδικούς αγώνες, λόγω επικινδυνότητας, π.χ. “Δε με στρέει, έρξε ΜΥΤΟ!”

N

 


νάμου : δώσε μου
νείλα : πανωλεθρία , καταστροφή
νείρομαι (ρ.): ονειρεύομαι, επιθυμώ
νευροκαβαλίκεμα (το): μυική κράμπα
νικροσκούτ : σάβανο, (μεταφ. ο άχρηστος)
νιροτρουβιά (η): νεροτριβή, τεχνητή δεξαμενή νερού σχήματος κάδου στην οποία πλένονται τα κλινοσκεπάσματα
νίφκα : πλύθηκα
νογάω : καταλαβαίνω
νόμ': δώσε μου
νόρλος : ουρά
ντάβανος (ο): μεγάλη μύγα που τσιμπάει τα ζώα
νταβαντούρ’ (το): φασαρία, πανηγύρι
νταβάς (ο) : μεγάλο ταψί, μέσα από το οποίο έτρωγε παλιότερα όλη η οικογένεια π.χ. “Πού στρώσαταν να φάτε; – Πθενά, απ’ τον νταβά φάγαμαν”. Επίσης, νταβάς αποκαλείται και ο πορτιέρης των νυχτερινών μαγαζιών (σύντμηση της λέξης νταβατζής)
νταβραντζμένος (ο): σωματώδης, αυτός που έχει πολλές ορμές
νταγλαράς (ο): σωματώδης , ντερέκι με ανεπτυγμένους μυς
νταϊρές (ο): ντέφι
ντάλα : κατακούτελα
νταλάκι : σαμιαμίδι
νταούλι (το) : ο πρησμένος είτε από το πολύ φαΐ είτε από τσιμπήματα εντόμων
νταραβέρ’ (το): συναλλαγή, δοσοληψία
ντερέκι (το): ο πολύ ψηλός
ντζερεμές (ο): άδικο πρόστιμο
ντζιώρας (ο): ξεροκέφαλος
ντιβικέλης : πλούσιος
ντιπ (επίρ.): καθόλου
ντιπ για ντιπ : εντελώς παντελώς
ντορβάς : ταγάρι υφαντό
ντουγρού : απερίσκεπτα
ντουρλώνω : στήνω
ντράβαλο (το): φασαρία, τσακωμός
ντραμτζάνα (η): μεγάλο γυάλινο δοχείο για οινοπνευματώδη ποτά
ντρίλ’ (το): είδος βαμβακερού υφάσματος
ντρόχαλα (τα): πολλές πέτρες μετρίου μεγέθους
ντχάλα (η): διχάλα

Ξ

 


ξ’λιά (η): χτύπημα με ξύλο
ξ’λόκοτα (η): μπεκάτσα
ξαγάρι : αμοιβή του μυλωνά από το άλεσμα σε είδος
ξάγναντο : ξέφωτο
ξάι (το): βάρος 70 οκάδων
ξακριάζω (ρ.): σκάβω το χωράφι μέχρι τις άκρες
ξαμώνου (ρ.): απειλώ με επίθεση
ξαν’γκρίζου (ρ.): παρακινώ
ξαραθ’μάου (ρ.): ευχαριστιέμαι
ξαρίζου (ρ.): σκουπίζω, σκάβω επιφανειακά
ξαστοχάου (ρ.): ξεχνάω
ξεγιαλάου (ρ.): εξαπατώ, κοροϊδεύω
ξεγραδώνομαι (ρ.): ξεφεύγω από κάτι που με ακινητοποιεί
ξεζάρκωτος (επίθ.): γυμνός
ξεζγκαρίζομαι : γδέρνομαι, βγάζω αίμα. Χρησιμοποιείται κυρίως στον αόριστο, πχ. “έπεσα με το ποδήλατο και ξεζγκάρσα το ποδάρι μ'”
ξεθ’λυκώνου (ρ.): ξεκουμπώνω
ξεκαμπάου (ρ.): εμφανίζομαι ξαφνικά
ξεκαπίστρωτο (επίθ.): άλογο ή μουλάρι χωρίς χαλινάρι, άτομο χωρίς αρχές
ξεκλέτζωνος : πολύ ψηλός ,άχαρος, ασύμμετρος
ξεκλιτσιάζου (ρ.): βγάζω τα πόδια ζώου
ξεκλιτσνιάστκα : άνοιξαν πολύ τα πόδια μου
ξεκοπή (επίρ.): χωρίς μέτρημα, κατ’ αποκοπή
ξεκουμποδιάζου (ρ.): λύνω τον κόμπο, ξεμπλέκω
ξελακκώνου (ρ.): ανοίγω λάκκο, σκάβω βαθιά το χωράφι
ξελαμπαδιάζω : φανερώνω , αποκαλύπτω , δημοσιοποιώ πράξεις κάποιου ενώπιόν του
ξεμουτόχου : επίτηδες , αποκλειστικά ,επί τούτου
ξεμπλετσώνου (ρ.): ξεγυμνώνω
ξεμπλέτσωτος (ο): μπιτ μπλετς
ξεμτσουνιάσκει : χτύπησε πολύ στο πρόσωπο
ξενιτάρω : τελειώνω
ξεντραχτώθκα : διαλύθηκα
ξεπιτούτο (επίρ.): επίτηδες, σκόπιμα
ξεποδαριάζουμαι (ρ.): κουράζομαι πολύ από την πεζοπορία
ξεπορδαλιάσματα :  λέξη η οποία έχει την ίδια έννοια με το “κύκνειο άσμα”!!
ξέρακας : ξερό δέντρο
ξεροσφύρ’ (το): ποτό χωρίς μεζέ
ξεροτ’χιά (η): τοίχος χωρίς λάσπη ή τσιμέντο
ξεσιουμπέιαστος (επίρ.): άνθρωπος χωρίς έγνοιες
ξεσκλίστκα : έσκισα τα ρούχα μου
ξεσπ’ράου (ρ.): βγάζω τους σπόρους από το στέλεχός τους
ξεστρίφτκα : εξαντλήθηκα ,στα όρια της λιποθυμίας ,επαναφορά γιατρικό ”στρίψιμο στον αφαλό”
ξετσαουλιάστκα : μου φύγαν τα σαγόνια απ’ το χασμουριτό
ξετσιώνιασε : αλήτεψε
ξετσουμπρίζω : βγάζω ένα-ένα τα σπόρια από το καλαμπόκι, βγάζω μία-μία τις ρόγες του σταφυλιού
ξικλήσουρο:  ρετάλι,  άντρας  μη επιλαχών τελικά  και απορριπτέος  που έφερναν κορασίδες στο χωριό για γαμπρό

ξηραγκιανός (επίθ.): αδύνατος, αποστεωμένος
ξιάω, ξιέμαι: ξύνω, ξύνομαι
ξιγαλάου (ρ.): αποσπώ κλαδί από τον κορμό του δέντρου κάνοντάς του πληγή, πχ. ”διάφκα απτό μπαλιό το δρόμο και ξιγαλίσκα στα πουδάρια απτά βάτα”
ξίκ’ (επίρ.): αποστροφή από κάτι ενοχλητικό
ξιμπλέτσοτη : η προκλητικά ντυμένη από τη μέση και πάνω
ξιουπαρμένος (ο): ο εξωπραγματικός, σαλαϊσμένος, σιουργμένος
ξιτσαρνίζουμι : εξουθενώνομαι
ξλιάς (ο): ο πολύ λεπτός
ξνίθρα (η) : στομαχική διαταραχή, ξινίλες
ξουρέξια (τα): ορεκτικά
ξύκι (το): ξύγκι, λίπος
ξώκαρδα (επίρ.): χωρίς ζήλο
ξώπετσα (επίρ.): επιδερμικά, επιφανειακά

O

 


οβολιός : σωρός από πέτρες
οϊδίζου (ρ.): μοιάζω με άλλον
ολοσούσουμος (επίθ.): με όλο του το σώμα, ολόκληρος
όμπυο (το): πύον
οντάς (ο): το επίσημο δωμάτιο
όξου (επίρ.): έξω
οργιό (το) : το κρύωμα, χρησιμοποιείται με την έκφραση “με σήκωσε”
όρσε (επιφ.): ορίστε, πάρε
ορσίδα : κανάλι στη πλαγιά του βουνού από το οποίο μετά από βροχή ή χιόνι  παρασύρονται πέτρες,κορμοί δέντρων κ.ά
ουδεκεί (επίρ.): κοντά, δίπλα
ούι! : σοβαρά;;; αλήθεια;;; τι είναι αυτό;;;
ούι, ούι (επιφ.): αχ, ωχ
ουλουένα : πάντοτε
ουλουμία : μονομιάς
ουρμηνεύου (ρ.): συμβουλεύω
ουρμήνια (η): συμβουλή
ουρσίδα (η): νεροφάγωμα εδάφους από ραγδαία βροχή
όχτος (ο): τοίχος στο κάτω μέρος των χωραφιών,γκρεμός

Π

 


π’κάρ’ (το): ακατέργαστο μαλλί από το κούρεμα ενός προβάτου
π’λακίδα (η): μικρή κότα που γεννάει για πρώτη φορά
π’λί (το): πουλί
π’στρώνομαι (ρ.): πλακώνω το κλινοσκέπασμα ή το φόρεμα με το σώμα μου για να μη φεύγει
π’τακώνου (ρ.): πλακώνω κάτι και τα πιέζω ώσπου να γίνει πίτα
π’τάρι (το): κερί που λιώνει μέσα σε ταψί και όταν στερεοποιηθεί παίρνει το σχήμα του
π’τσαράς (ο): λεβέντης, γενναίος
π’τσαρίνα (η): αντρογυναίκα
πααίνου (ρ.): πηγαίνω
παγράς (ο): ο Παγουράς, χαρακτηρισμός των Γιαννιωτών
παίνια (η): έπαινος
παλάντζα (η): ζυγαριά
παλάντζας (ο.): άστατος, αυτός που δεν κρατά το λόγο του
παλαντζίκι : εξάρτημα του εξοπλισμού (ζυγάλετρων)
παλιοκόπρ’ (το): παλιά χωνευμένη κοπριά
παλιορούτ’ (το): παλιό σκισμένο ρούχο
πανουπρίκ’ (το): επιπλέον προίκα που ζητάνε μερικοί γαμπροί
πανουσάκ’ (το): σακί πάνω σε άλλο σακί, συμπληρωματικό φόρτωμα
παντέχου (ρ.): έχω απαντοχή, περιμένω
πάντοιος (επίθ.): τέτοιου είδους άνθρωπος
παπ’τσάς (ο): τσαγκάρης
παπαδέλες : καθαρισμένα κάστανα ψημένα ή βρασμένα
παπάρα (η): μπαγιάτικο ψωμί μέσα σε βρασμένο νερό
παπλαμούδα (η) : το παχύ χιόνι. πχ. “Ούι, ρίχν’ παπλαμούδες!”
παπς (ο) : γέροντας, παππούς
παραβέλαξα : ούρλιαξα απ’ τον πόνο
παραβόλα (η): χέρσο κομμάτι στην άκρη σπαρμένου χωραφιού που λειτουργούσε ως βοσκότοπος
παραβολιάζω : κρατάω τα ζώα στις άκρες του χωραφιού να βοσκήσουν (να μη φάνε τα σπαρτά).
παραγκώμ’ (το): παρατσούκλι
παραγκωμιάζου (ρ.): μιμούμαι περιπαικτικά κάποιον
παραγών’ (το): χώρος γύρω από το τζάκι
παραδοδ’λειά (η): ακριβοπληρωμένη μικροδουλειά
παρακαλιά : αλληλοβοήθεια
παρακατούλια (επίρ.): λίγο πιο κάτω
παραμάζωμα : παίρνω κάποιον σπρώχνοντας βίαια, τον ισοπεδώνω.
παραπανούλια (επίρ.): λίγο πιο πάνω
παραπήρα : έκανα κάτι κατά λάθος.
παρασάνταλος (επίθ.): άσχημος, αυτός που δεν κινείται καλά
παρασόλσα : φοβήθηκα απότομα ,τρόμαξα
παρέκεια (επίρ.): πιο πέρα
παρεκούλια (επίρ.): λίγο πιο πέρα
παρμάρα (η): πόνος στα πόδια, παράλυση
παρτσακλός (ο): αυτός που δεν μπορεί να μιλήσει καθαρά , ο ασταθής στο περπάτημα
πασπάλα (η): σκόνη από αλεύρι ή στάχτη, στρώσιμο χιονιού
παταγούδ’ (το): πολύ κρύο
πατατούκα (η): ένδυμα προστασίας απο το χειμερινό ψύχος, χοντρό παλτό
πατίκια (τα): υποδήματα για χρήση μέσα στο σπίτι
πατλιά : μεγάλο αγκάθι που μπαίνει στα πόδια
πατούνα (η): κάλτσα με χοντρή πλέξη, ιδανική για κτηνοτροφικές εργασίες
πατσιακλός ή πατσιαλός (επίθ.): ασταθής στο βάδισμα
πάφλας (ο): τσίγκος και τσίγκινα δοχεία
παχνί : ταΐστρα
πδάρ (το): το πόδι
πεδίκλωμα (το): μπέρδεμα ποδιών
πεδιλόγα (η): κουβάρι από νήμα που τυλίγεται γύρω από το χέρι, είδος τριχιάς
πεζούλ’ (το): χαμηλός τοίχος που συγκρατεί το χώμα επικλινούς χωραφιού, τοίχος στο ύψος του καθίσματος
πελεκάω : ξυλοφορτώνω βλ. και τσιουκανάω
περδίκ’ (το): μικρό της πέρδικας, άρρωστος που έγινε καλά
περδικλώθκα : παρεμποδίστηκα από κάτι και έπεσα
περδικλώνομαι : βλ. ζμπουδιέμαι
περδικούλα(μεταφ.) : ψυχή , (το λέει η περδικούλα του)
πέτ’ρο (το): χειροποίητο φύλλο πίτας
πέταυρο (το): μακριά σανίδα της στέγης
πετρόβεργο : το ξύλο για το άνοιγμα φύλλου πίτας ή γλυκού , ο μπλάστρης
πετσούρι : μικρό κομμάτι καλλιεργήσιμης γης
πέφτ (η): η ημέρα Πέμπτη
πιανούμενος (επίθ.): αρκετά μεγάλος
πίγκωμα (το): μεγάλη πίεση, στεναχώρια
πιγκώνου (ρ.): πιέζω κάποιον πολύ
πιρονιάζου (ρ.): διαπερνώ
πισιάρω : ικανοποιώ την φυσική ανάγκη της ούρησης, από το ιταλικό pissare
πιτ’χιά (η): επιτυχία
πλαϊάζου (ρ.): γυρίζω στο πλάι, κοιμάμαι
πλακανίδα : επίπεδη πέτρα μεγάλων διαστάσεων
πλαστός : χορτόπιτα με ζύμη καλαμποκάλευρου
πλατσανάου (ρ.): χτυπώ με δύναμη τα νερά
πλατσκοκέφαλος (ο) : ο έχων το χαρακτηριστικό Ηπειρώτικο κεφάλι
πλατσπάθια (τα) : αυτοφυή φυτά της Ηπειρώτικης υπαίθρου, κατά προτίμηση εκατέρωθεν της ασφάλτου. πχ. “Ούι οι τζέδες, μπήκαν με τσ’ μπάντες κι έφκαν στα πλατσπάθια!”
πλαχούρας : αυτός που έχει μεγάλα αυτιά
πλίματα : υπολείματα, απόνερα
πλισές (ο): πτυχή υφάσματος
πλουμίδ’ (το): στολίδι
πλοχέρ’ (το): όσο χωράει η χούφτα
πλύχωρο : ευρύχωρο, άνετο
ποδένου (ρ.): φοράω τα παπούτσια
πολιτσάνσσα : γυναίκα της πόλης
πόντζ’ (το): βραστό τσίπουρο
ποριά (η): πέρασμα
Πουλουποδιά : σαρανταποδαρούσα
πούντα : κρύωμα
πουντιάζου (ρ.): κρυώνω πολύ και αρρωσταίνω
πουριά (η): η πόρτα
πουρνό (το): το πρωί, συνήθως χρησιμοποιείται εις διπλούν για να δηλώσει τις πρώτες πρωινές ώρες
πουσπουρίζου (ρ.): συνομιλώ με κάποιον ψιθυριστά
πτσαρούλας : απαξιωτική προσφώνηση σε άντρα
πράζω : ενοχλώ, πειράζω. πχ. “πράζ αν τράω (βλ.λ.);”
πράματα (τα): αιγοπρόβατα και αγελάδες
πρατίνα (η): προβατίνα
πρατόγαλο : γάλα προβατίνας μετά τη γέννα
πρατσάνισμα (το): χαρακτηριστικός ήχος από κάψιμο χλωρών ξύλων
πριάκονο (το): λίμα για σίδερα
πρίσκαλο (το): άγουρο σύκο
πριτσιάλος (ο.): ζευγάρωμα τράγου με κατσίκα
προγγάου (ρ.): τρομάζω κάποιον και τον διώχνω, διώχνω τα πρόβατα
πρόπσα : πρόλαβα
προσ’λιάζομαι (ρ.): κάθομαι στον ήλιο για να ζεσταθώ
προσάγγονο (το): δισέγγονο
προστ’λάζου (ρ.): βοηθώ στο θηλασμό τα μικρά αρνιά
προσφάι (το): συνοδευτικό του ψωμιού που παλιότερα ήταν το κύριο φαγητό
προσφαϊζου (ρ.): τρώω το ψωμί μαζί με κάτι άλλο
π’ρώνομι (ρ.): ζεσταίνουμαι
πρωτοστάλαμα (το): οι πρώτες στάλες του τσίπουρου
π’στρόφια (τα): η επιστροφή των καλεσμένων την επομένη του γάμου στο σπίτι της νύφης για τη συνέχιση του γλεντιού
πτάνα (η): γυναίκα χωρίς ηθική
π’τγιά (η): πυχτός χυμός που βρίσκεται στο στομάχι των νεογνών μηρυκαστικών
πυρομάδα (η): φέτα ψωμιού ψημένη (πυρωμένη) στη φωτιά
πυροστιά (η): σιδερένιος τρίποδας για το τζάκι

Ρ

 


ραγοβύζι : μπιμπερό
ρακογυάλι : μικρό γυάλινο ποτηράκι για κέρασμα
ρακοκανάτας (ο): αυτός που πίνει πολύ τσίπουρο
ραμαντάν’ς (ο): ασουλούπωτος άνθρωπος
ρεβά ή ριβά (επίρ.): πλαγιαστά, λοξά
ρεκάζου (ρ.): κλαίω σπαράζοντας
ρεκομανάου (ρ.): κλαίω δυνατά και ασταμάτητα
ρεμπελιάζου (ρ.): τεμπελιάζω
ρεμπεσκές (ο): απεριποίητος, ακατάστατος
ρεντζούλ’ (το): κουρέλι
ρεύω : κάνω / παθαίνω κάτι σε μεγάλο βαθμό πχ. “έρεψε στο φαϊ” = ρούπωσε, “έρεψε” = αδυνάτισε πολύ
ρ’ζαύτ’ (το): κρόταφος
ριγανέλα : είδος τριχιάς
ριζίλ’ (το): γελοιοποίηση
ριζό (το): πρόποδες του βουνού
ρικουμανάω : φωνάζω δυνατά, (από το ρέκος) ρεκάζω.
ριμπάπ’ (το): ξυλοκόπημα
ρ’μάδ’ (το): ερείπιο, χάλασμα
ρογγίζου (ρ.): κόβω δέντρα του δάσους για να δημιουργήσω χωράφια
ρογκαλιάστκα : τρυπήθηκα από κομμάτι ξύλου
ρογκάτσ’κο (το): αρσενικό ζώο στο οποίο δεν πέτυχε ο ευνουχισμός
ρόκα (η): καρπός καλαμποκιάς, διχαλωτό ξύλο για το γνέσιμο του μαλλιού
ροκιά : φυτό καλαμποκιάς από το καρπό και πάνω
ροκόφ’λλο (το): ένα από τα φύλλα που καλύπτουν τον καρπό της καλαμποκιάς
ρουμπουστίνες (οι) : κβέντες, χωρίς ιδαιτερο νόημα, στα πλαίσια παρέας
ρουπώνω : ικανοποιώ τη δίψα ή τη πείνα μου
ρούσσα : κοκκινόξανθη
ρουχνάου (ρ.): ροχαλίζω
ροχάλα (η) : αντιαισθητική έκκριση σίελου
ρυμουσέλι : έρμο , χωρίς αφέντη – κύριο

Σ

 


σαγάνι : τσίγκινο πιάτο , τηγάνι
σαδέ : ειδάλλως
σάισμα (το): κλινοσκέπασμα ή στρωσίδι φτιαγμένο από μαλλί τράγου
σαλαγάω : κατευθήνω το κοπάδι
σαλβάρι : ξύλο που τοποθετούσαν στο στόμα του κατσικιού για να μη βυζαίνει
σάματ’ (επίρ.): μήπως
σαούρα (η): μεγάλη ησυχία
σαούριασε : σώπασε , βγάλε το σκασμό
σαρμανίτσα (η): κούνια μωρού
σαρώνω : σκουπίζω
σβάρνα : εργαλείο γεωργού
σβαρνίστκα : σύρθηκα
σβόερας : δραστήριος , ανήσυχος
σβουνιά : περιττώματα μεγάλου ζώου πχ αγελάδας , αλόγου
σγανζίκι : ιδιότροπος-στρεβλή προσωπικότητα, ιδιόρρυθμος
σγαρλάου (ρ.): ανασκαλεύω
σεπέτι : μπαούλο
σέπωμαι : σαπίζω
σερκό : αρσενικό
σέρπετο : σαύρες , σκορπιοί ,γενικά τα μικρά ερπετά
σιάδ (το): το ίσιωμα π.χ. ένα επίπεδο χωράφι. μτφ. ο γυμνός, ο ξεμπλέτσωτος
σιαηλός : χάχας ,βλάκας.
σιαϊτάνς (ο): ο ζωηρός, από το σατανάς. Σιαϊταναρούδ’ = το ζωηρό παιδάκι
σιαλαϊσμένος (ο): ο σιουριγμένος
σιάλιαγκας (ο): το σαλιγκάρι
σιαλίρα : πολύ αλμυρό, υπερβολικά αλατισμένο φαγητό. πχ. “ούι γιε μ’, τούτου δω είναι σιαλίρα”
σιαμουρλός (ο): παλαβός
σιαμούτα (η) : το τσίπουρο που βγαίνει προς το τέλος και ξαναρίχνεται στο καζάνι με τα νέα σταφύλια. Πρέπει να σαι σιουριγμένο για να το πιείς, εξ’ ου και η φράση “έγνα μπιτ σιαμούτα” = μέθυσα όσο δεν πήγαινε άλλο
σιαμτελός : ολιγόμυαλος,χαζός.
σιαπέρα : παραπέρα, ίσια πέρα
σιαπέρας (ο) : βλ. φλοέρας. Αλλιώς και αϊσιαπέρας (ο μακρυά από δω). Χαρακτηριστική έκφραση για τον αϊσιαπέρα: “τρεις λαλούν και δυο χορεύουν”
σιαπέρω : καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι
σιάψαλο (το) : πολύ ηλικωμένος, κούσιαλο
σιγκούν’ (το): μάλλινο υφαντό αμάνικο πανωφόρι, που φορούσαν οι γυναίκες όταν φορτώνονταν
σιλπί : ψαροπαγίδα (κυρίως για πέστροφες )
σιουράου (ρ.): σφυρίζω, το χω ντιπ χαμένο
σιούτα (η): κατσίκα χωρίς κέρατα
σιούτος (ο) : ο ανήμπορος ερωτικά
σιούφρα (η) : αποτέλεσμα τεχνικής ραψίματος, στενή τρύπα στο πίσω μέρος του σώματός μας
σκ’λί (το): σκυλί
σκ’λίκ’ (το): σκουλίκι
σκαμνιά (η): μουριά
σκαπετάρσα : ξέφυγα
σκαρσμένο : τρελό-φευγάτο
σκαφίδα (η): μεγάλη ξύλινη λεκάνη
σκέλ’σμα (το): μάτιασμα
σκεπάρν (το): εργαλείο οικοδομών, στόκος
σκερεύω : Τακτοποιώ στην κουζίνα, νοικοκυρεύω
σκέριο : νοικοκυριό
σκιάζομαι : φοβάμαι
σκιζάρι : ξύλο σκισμένο
σκιόρεμα (το): κακομούτσουνος άνθρωπος
σκλέτζα (η) : λεπτό σκοπ που χρησιμοποιούνταν στο παιχνιδι “η σκλέτζα κι του σκλετζάρ”, το στλιάρ’
σκλετζάρ’ (το) : το παγούρι που χτυπούσαν με τη σκλέτζα
σκλέτζας (ο) : υπερβολικά αδύνατος
σκλιμπόνια : έντομα
σκοπ (το) : μπαστούνι, ξυλοδαρμός
σκουγμός (ο) : κλάμα, δάκρυα και οδύνη
σκούζω : κλαίω με λυγμούς
σκούπρα (τα): σκουπίδια
σκρούμπος : καμμένο εντελώς
σλουή : σκέψη -συλλογισμός
σμα : κοντά
σ’μπάου (ρ.): συνδαυλίζω τη φωτιά, πιέζω με δύναμη
σνι (το) : το μικρό ταψί
σομπολιάζω : ταιριάζω
σορολόπ (το) : τα φόρτωσα στο κόκορα
σούμπρο (το): το μέσα μέρος του καρυδιού που τρώγεται
σουργούν’ (το): ρεζίλι
σουρίζω : μτφ δίνω σημασία, υπολογίζω.
σούρλα : η μύτη του γουρουνιού
σουρλοκάλυβα : πρόχειρες βλάχικες στρογγυλές καλύβες από άχυρα ,φτέρες ή βούρλα
σπάπι : γυναικείο γεννητικό όργανο
σπρούχν’ (η): καυτή στάχτη με κάρβουνα
στάκα : στάσου περίμενε
σταλικομένος : καθηλομένος
στάλος : σκιερό μέρος που κάθονται τα πρόβατα το μεσημέρι
στανιάρω : έρχομαι στα ίσια μου
σταρ (το)  :το σιτάρι, είδους δημητριακού
σταφνίζομαι (ρ.): στολίζομαι
στέρφα : στείρα
στεφάνι : απότομος μεγάλος γκρεμός
στιβάλια :  παπούτσια
στλάκι (το) : η μπαταρία
στλιάρ (το) : μακρύ και λεπτό κομμάτι ξύλου
στόκος (ο) : ο ανήμπορος να καταλάβει
στούκας (το) : παλιά τα χύμα βαριά τσιγάρα
στούκι (το) : το χαρτοπαίγνιο 21
στουμπάου (ρ.): χτυπάω με δάρτι, γουδοχέρι ή πέτρα
στουμπιά : χτύπημα με πέτρα , πετροβόλημα
στουμπίστκα : χτυπήθηκα συνήθως όχι βαριά , επιφανειακά
στραβοτσιάουλος (ο): αυτός που έχει στραβό σαγόνι
στραγγ’λάου (ρ.): στραγγίζω
στρέγομαι : συμφωνώ, με συμφέρει, π.χ., στη μοιρασιά όταν είμασταν μικροί και παίζαμε μπάλλα, η αντίπαλος ομάδα δε είχε στις τάξεις της τους καλύτερους παίκτες, οι αντιρρήσεις διατυπωνόταν με τη φράση “δε με στρέει”, ενίοτε δε και με την απειλή “φεύγω, παίρνω και την μπάλλα μου…”.
σχαρίκια : αμοιβή σε κάποιον που φέρνει καλά νέα
συμπράγκαλα : αποσκευές , ατομικά αντικείμενα
συνγκεριάζω : τακτοποιώ
συντελεύτκα : καταστράφηκα πλήρως (από το συντέλεια)
σύπραγος : άναυδος , έκπληκτος ή και ήσυχος
συρμή : κρυολόγημα
σφαϊό (το): έντονος πόνος
σφαλαγγούδια : αράχνες
σφαλαγκωνιά (η): ιστός αράχνης
σφάλιαγκας (ο) : η αράχνη
σφεντζώνω : κατασκευάζω “τοιχοποιία”  με πλέγμα κλαδιών
σφίχτκα : έτρεξα πχ. σφίχτκα γλήγορα να προλάβω το λεωφορείο αλλά τελικά τ’όχασα το ρμάδι.
σφούνι : το ακροφύσιο η απόλυξη της κάναλης του νερόμυλου

T

 


τάβλα (η) : μικρό τραπεζάκι για φαγητό
ταγάρας (ο) : αυτός που δεν παίρνει στροφές το μυαλό του
τάλαρος (ο): μεγάλο κυλινδρικό ξύλινο δοχείο
ταπίπκα : ανάσκελα
ταπίστουμα (επίρ.): μπρούμυτα
ταχειά : αύριο
τζαμάλα (η): μεγάλη φωτιά
τζαμάλες (οι) : Ηπειρώτικο έθιμο τις απόκριες (μεγάλες φωτιές στις γειτονιές και γλέντι μέχρι πρωίας)
τζαναμπέτης (ο) : ο απατεώνας
τζερεμές (ο): πρόστιμο, ζημιά
τζερτζελές (ο): βαβούρα, χαβαλές
τζες (ο) : ο τύπος
τζιαμπούνας (ο) : αυτός που φωνάζει συνέχεια, επίσης ο μεθυσμένος π.χ. “έγνα τζιαμπούνα”
τζινάω : κεντρίζω, πειράζω
τζιόρας (ο) : ο χάχας, ο στόκος
τζιουμπάνς (ο) : βοσκός
τζόβενο (το) : ο ηλικιωμένος που βγάζει νιάτα
τζούφλια : μάτια
τηράου (ρ.): κοιτάζω
τιλεύουμι (ρ.): βασανίζομαι
τλουπώνομαι : τυλίγομαι με ρούχα-σκεπάσματα
τλώθκα : σφίχτηκα, παραγέμισα
τουρλώνω : τεντώνω επιδεικτικά τον πισινό
τραϊ (το) : ο τράγος
τρανός : μεγάλος
τραπέτσι : πολύ ξινό
τράω : κοιτώ ,βλέπω
τριβαλιάζω : τσακίζω,κάνω μικρά κομμάτια κάτι μεγάλο
τρίματα (τα): τα ψίχουλα
τριμτάνα :  τρεμούλα
τρίτσα (η): σκληρό μεγάλο ψαθάκι
τριφτάρι : πέτρα ποταμίσια που τη χρησιμοποιούν για να τρίβουν αλάτι κ.ά.
τριψάνα  :  κομμάτια ψωμιού τριμμένα μέσα στο πιάτο με το φαγητό
τροβάς (ο): ταγάρι
τρόγαλο (το) : υγρό υπόλειμμα γαλακτοκομικής επεξεργασίας
τρόμπας (ο): ο επιρρεπής στον αυνανισμό
τροξός (ο) : παλαβός, τρελός
τρόχαλο (το) : πέτρα μικρού μεγέθους
τσακατόρα : εργαλείο που προκαλεί θόρυβο για να απομακρυνθούν επιβλαβή ζώα από το χωράφι (μεταφ. η πολυλογού γυναίκα , η γλωσσοκοπάνα)
τσακμάκ’ (το): αναπτήρας
τσακναρίδα : άνθρωπος που έχει πολύ λεπτά πόδια
τσάκνο (το) : πολύ λεπτό κλαδί, χρησιμοποιείται συνήθως για το άναμμα φωτιάς
τσακλατιώνται : ανακατεύονται, λογομαχούν έντονα ,φιλονικούν
τσαλαφούτι : παράγωγο πρόβειου γάλακτος, μοιάζει με το γαλοτύρι
τσαμπνάου (ρ.): φλυαρώ
τσαντίλα : ύφασμα για το στράγγισμα του τυριού
τσάξα : αορ. του ρήματος τσακίζω
τσαούλι : η κάτω γνάθος
τσαπράγκαλο (το) : χαμένο, κουτό, χαζό, πχ. “Αυτό το παίδι είναι ντιπ τσαπράγκαλο”
τσαρναράει : ίσα που τρέχει(το νερό στη βρύση ή στ’ αυλάκι)
τσαρπάλι : Αυτό που μένει στο δέντρο όταν κόβουμε ένα κλωνάρι
τσαρπνιά : μικρός αγκαθωτός θάμνος
τσατμάς : ”τειχοποιία” από άχυρο , λάσπη και ξύλα
τσάχαλα (τα) : χαλίκια, χώματα, άμμος, πχ. “Μου μπήκαν τσάχαλα στα μάτια”
τσερβέλο (το) : το κεφάλι, από το ιταλικό cervelo
τσέρμιασμα : μούδιασμα
τσιακλατάω  : χτυπάω τα αυγά , μτφ ανακατεύω τα λόγια μου
τσιακτσίρα (η): μάλλινο υφαντό ανδρικό παντελόνι στενό στην κνήμη
τσαλεύω : μαγαρίζω
τσιατάλι (το) : το κομμάτι που προεξέχει. Μτφ. τα πεταχτά αυτιά π.χ. “τέτοια τσιατάλια πού ‘χει το χα’ι’βάνι , μπορεί και να πιάν και MTV!”
τσιάφ (το) : η φαλτσοστεκιά στο μπιλιάρδο, “έκανα τσιάφ”: μ’ ξέφκε
τσιάφ’ (το): πάχνη
τσιγκλάω : ενοχλώ, πειράζω, τζινάω
τσικνερός (ο) : ο πολύ αδύνατος, αυτός που είναι σαν τσάκνο
τσικροπελεκάω : πελεκάω κάτι με τσεκούρι έτσι στα χαζά να περνάει η ώρα.
τσιλόνι : άχρηστο ρούχο
τσίμα-τσίμα : ίσα-ίσα
τσιμπλοκούκι : λυχνάρι
τσιόκ’ (το): σφυρί για πέτρα
τσιόκαλα : τα φλούδια απ’ τα καρύδια ή τα φασόλια, κομμάτια πέτρας για σφήνες
τσιοκάν’ (το): κουδούνι
τσιόκος (ο) : ο φαλλός, τα γεννητικά όργανα
τσιόλ’ (το): σκέπασμα
τσιούκα (η) : η κορυφή βουνού, ράχης
τσιουκανάω : κοπανάω, χτυπάω κάνοντας θόρυβο
τσιουπλεντάρα : είδος πτηνού,μπεκάτσα
τσιούπρα (η): κοπέλα
τσιουράπω (η) : η γυναίκα (βλ.λ.) αμφιβόλου ηθικής
τσίπρο (το) : οινοπνευματώδες ποτό που δε πίνεται ποτέ ξεροσφύρι
τσιρέπ’ (το): μάλινη χοντρή πλεκτή κάλτσα
τσιριγκούλι : ξεσκισμένο ρούχο
τσιρπούλι (το) : μικρό πουλί, σπουργίτι
τσίρλα (η), τσερλιό (το) : κόπρανα σε υγρή μορφή
τσιρλιπιπί (το) : το κόψιμο
τσίτουσα  : χόρτασα
τσλαφιάζω : τρομάζω από ξάφνιασμα, είμαι σε ετοιμότητα
τσοκάνσμα : τρόπος ευνουχισμού ζώου
τσούμα : ρίζα δέντρου
τσουμαλίζω : τρώω
τζουμανίκι : μπαστούνι
τσουπελάκα : πράσινη σαύρα
τσουτσέκι (το) : το πολύ μικρό. Συνήθως χρησιμοποιείται υποτιμητικά π.χ. “που πας ωρέ τσουτσέκι; δεν είναι για τα δόντια σ’ το κορίστ!”
τυρολόγος : ασκί γεμάτο τυρί
τφάνι : περαστικό ψιλόβροχο ή μπόρα της στιγμής
τφέκι (το) : όπλο
τχάρι (το) : τοίχος μικρού μήκους

Y

 


ύστερη : τελευταία

Φ

 


φαγκρί (το): χρησιμοιείται με το ρήμα παίρνω, π.χ. “πήρα φαγκρί” = είδα
φαγκρίζω : μισανοίγω το στόμα και ενίοτε χαζογελάω συνήθως από αμηχανία,πχ. “τι φαγκρίζεις σαν του τραϊ;”
φακιόλες : είδος καλαμποκιού (ποπ-κορν)
φάκλα : αφόρητη ζέστη
φανέστρα : το πάνω ανοιγόμενο μέρος του παράθύρου
φαρσί (επίρ.): άπταιστα
φαφούτς (ο) : αυτός που δεν έχει δόντια
φελί (το): κομμάτι πίτα
φερνό : λίγο ανοιχτό
φερφερένιο : πιάτο από πορσελάνη(όχι τσίγκινο).
φέω βαγέρω : αορ. Έφκα
φιλεύω : κερνώ
φιλιρούδια : σκισμένα ρούχα, ρετάλια, κομματάκια.
φιοκόβει : από το φυγιό (φυό) , θερίζει (το κρύο)
φίσκα (επίρ.): γεμάτο
φκάρι : κέλυφος , μτφ κλειστό μυαλό,
φλακαράου (ρ.): φτερουγίζω
φλέσουρα : πεσμένα φύλλα από δέντρα
φλιά : δώρα
φλιντούρξε : πέταξε στον αέρα
φλιντράω : πετάω
φλισούρ’ (το): μεγάλο πλήθος
φλοέρας (ο) : άτομο πέρα βρέχει, σουρωμένος
φουρδακλιάσκα : κάηκα
φούρκα (η): ξύλο με διχάλα για υποστήλωμα
φουρκαλιάζω : παίρνω φωτιά π.χ. “Τι να ιδώ πιδάκι μ’, έκανε ένα μπαμ και φουρκαλιάστκε όλο το σπίτ’!”
φουρκατσιούλα (η): παλιότερα απάντηση στην ερώτηση: “-Που ήσαν; -Στ’φουρκατσιούλα”, όταν ο άλλος δεν θέλει να πει!
φουρλαϊδας (ο) : ο μπιτ φλοέρας
φραμπαλάς (ο) : τζερτζελές
φραμπαλατζής (ο) : ο εφετζής, ο χαβαλές
φριτζλάω : πετάω πράγματα με υποτιμητικό τρόπο
φσέκι (το) : μεθυσμένος, αλλιώς γκολ, αεροπλάνο, κδούνα, ντεφ, φλοέρα,
φ’σκί (το): κοπριά
φταίξος : ο υπαίτιος , αυτός που φταίει
φ’τ’λιές (οι): συκοφαντίες, υποδαύλιση των σχέσεων
φώλ’ (το): το αυγό που υπάρχει πάντα στη φωλιά για να γεννάει η κότα
φωτίκια (τα): ρούχα ή δώρα που δίνει ο νονός στον αναδεχτό

X

 


χάβδα (επίρ.): στάση καθήμενης γυναίκας ( με ανοικτά τα πόδια).
χαϊρ’ (το): προκοπή
χαλιάς : γκρεμός , όχτος συνήθως με μικρές πέτρες (μελίστρα)
χαλεύου (ρ.): ζητάω
χαμοκέλα : μικρή σε ύψος καλύβα
χαμοκέρασο : αγριοφράουλα
χαμπέρ’ (το): είδηση
χαμπλάς (ο) : ο ψηλός και άχαρος άνθρωπος
χανάκα : ξύλινη τριγωνική κατασκευή στο λαιμό του γουρουνιού που το εμπόδιζε να περνάει από τους φράχτες
χαράφωμα (το): η ερωτική πράξη
χατζιάρω : αφοδεύω, από το ιταλικό caggare
χατήλι : η γωνία που σχηματίζετε από τη σκεπή και τον τοίχο εσωτερικά του σπιτιού
χειμαδιά : τόπος που συγκεντρώνονται τά κοπάδια το χειμώνα
χειμουνκό (το) : το καρπούζι
χλαπακιάζω : καταβροχθίζω
χλεμπόνα (η) : βλ. ροχάλα
χλεμπονιάρης (ο) : ο καχεκτικός
χλέπα (η) : η ροχάλα
χλεχλές (ο) : ο βουτυρομπεμπές, συνήθης χαρακτηρισμός των αθηναίων :-)
χλιάρ (το) : το κουτάλι
χλίβομαι : βασανίζομαι
χλιμάρες : δουλειές βασανιστικές χωρίς μεγάλη απόδοση
χλιμένος : βασανισμένος ,κακομοίρης
χλιμίτζουρας (ο) : χαζοβλάκας που και μαλάκα να τον πείς δεν είναι λάθος
χνέρι : πάθημα, ρεζιλίκι
χόβολη : ζεστή στάχτη με κάρβουνα
χούι (το): η ιδιοτροπία. Χαρακτηριστική φράση – παροιμία: “Πρώτα σ’ βγαίν’ η ψχή και μετά το χούι”
χουϊάζω : φωνάζω δυνατά , μαλώνω με σκοπό την αποτροπή
χούν’ (η): τοποθεσία ανάμεσα σε ράχες σε σχήμα χωνιού
χουριάτς (ο) : ο έχων νοοτροπία χωριού
χούφταλο (το): βλ. κούσιαλο
χουχτάου (ρ.): φωνάζω δυνατά με διάφορα επιφωνήματα για να διώξω πχ. την αλεπού από τις κότες
χοχλάζω : βράζω
χτικιό (το): φυματίωση

Ψ

 


ψαρί : γκριζωπό
ψένου (ρ.): ψήνω
ψι (το): το PC, ο ηλεκτρονικός υπολογιστής, πληθ. τα ψιά
ψιά : λίγο
ψιές : εχθές
ψίχα : λίγο
ψ’μάδ’ (το): όψιμο κατσίκι ή αρνί, το μικρότερο παιδί της οικογένειας
ψ’χούδ’ (το): το ψωμάκι των μνημοσύνων

Ω

 


ωρέ : βγαίνει απο το μωρός, (τι καν΄ς ωρέ).